ικτερώδης

ικτερώδης
ης, ες см. ικτερικός

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ικτερώδης" в других словарях:

  • ἰκτερώδης — masc/fem acc pl (attic epic doric) ἰκτερώδης masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) ἰκτερώδης masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ικτερώδης — ἰκτερώδης, ες (Α) ικτερικός*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴκτερος + κατάλ. ώδης, (πρβλ. δασ ώδης, ελ ώδης)] …   Dictionary of Greek

  • ἰκτερώδει — ἰκτερώδης masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἰκτερώδης masc/fem/neut dat sg ἰκτερώδεϊ , ἰκτερώδης dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτερώδη — ἰκτερώδης neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἰκτερώδης masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἰκτερώδης masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτερῶδες — ἰκτερώδης masc/fem voc sg ἰκτερώδης neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτερώδεα — ἰκτερώδης neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἰκτερώδης masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτερώδεις — ἰκτερώδης masc/fem acc pl ἰκτερώδης masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτερώδεας — ἰκτερώδης masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτερώδεες — ἰκτερώδης masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκτερώδεος — ἰκτερώδης masc/fem/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • icterodes — (del gr. «ikterṓdēs», amarillento) adj. V. «tifus icterodes». * * * icterodes. (Del gr. ἰκτερώδης, amarillento). □ V. tifus icterodes …   Enciclopedia Universal


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»